ανοικτός

[аниктос] εκ. открьпый.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ανοικτός" в других словарях:

  • άνοικτος — ἄνοικτος, ον (Α) [οίκτος] ανοικτίρμων* …   Dictionary of Greek

  • ἄνοικτος — pitiless masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανοικτός — βλ. ανοιχτός …   Dictionary of Greek

  • ἀνοικτά — ἀνοικτός capable of being opened neut nom/voc/acc pl ἀνοικτά̱ , ἀνοικτός capable of being opened fem nom/voc/acc dual ἀνοικτά̱ , ἀνοικτός capable of being opened fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνοικτόν — ἀνοικτός capable of being opened masc acc sg ἀνοικτός capable of being opened neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνοίκτως — ἄνοικτος pitiless adverbial ἄνοικτος pitiless masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄνοικτον — ἄνοικτος pitiless masc/fem acc sg ἄνοικτος pitiless neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνοικτούς — ἀνοικτός capable of being opened masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνοικτή — ἀνοικτός capable of being opened fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνοικτῷ — ἀνοικτός capable of being opened masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.